Ένα δηλητηριώδες λαγόψαρο (ή λαγοκέφαλο) πιάστηκε στα δίχτυα ψαρά από το Λεωνίδιο, στην περιοχή Πελιά και πολύ κοντά στην ακτή. Ο λαγοκέφαλος είναι είδος ευρείας εξάπλωσης στον τροπικό Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανό, στην Ερυθρά Θάλασσα και τα τελευταία 15 χρόνια εξαιτίας της αλλαγής της θερμοκρασίας του νερού έκανε την εμφάνισή του στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Στην Ελλάδα εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2003 στη Ρόδο και σιγά σιγά εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα. Όπως ενημερωθήκαμε από τον λιμενικό σταθμό Λεωνιδίου, λαγόψαρα έχουν εντοπιστεί και άλλες φορές από ψαράδες στην ευρύτερη περιοχή της Κυνουρίας.Ο λαγοκέφαλος είναι ένα από τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας Tetraodontidae, ξεπερνώντας τα 110 εκατοστά σε μήκος και τα 7 κιλά σε βάρος. Το σώμα του είναι στενόμακρο και μερικώς πλευρικά πεπλατυσμένο. Η ράχη του έχει χρώμα πράσινο-καφέ με μαύρα ισομεγέθη και κανονικά διατεταγμένα στίγματα, μιαν ασημένια λωρίδα από το στόμα μέχρι την άκρη της ουράς, άσπρη κοιλιά και μιαν ασημένια βούλα μπροστά από κάθε μάτι. Δεν έχει λέπια, αλλά πολυάριθμα μικρά σαρκώδη αγκάθια στη ράχη και στην κοιλιά. Η γνάθος φέρει 4 πολύ ισχυρά δόντια, 2 πάνω και 2 κάτω, τα οποία ενώνονται για να σχηματίσουν ένα είδος ράμφους. Ο λαγοκέφαλος έχει την ικανότητα να φουσκώνει σημαντικά το σώμα του, απορροφώντας νερό ή αέρα, για να απωθεί τους θηρευτές του. Χαρακτηριστικός είναι ο δυνατός θόρυβος κατά το φούσκωμα, που προέρχεται από την τριβή μεταξύ των δοντιών της άνω και της κάτω γνάθου.
Περιέχει στους ιστούς του μια ισχυρή νευροτοξίνη, την τε-τροδοτοξίνη, η οποία μπορεί να αποτελέσει πηγή τροφικής δηλητηρίασης σε περίπτωση κατανάλωσής του, με ψηλά συσχετιζόμενα ποσοστά θνησιμότητας. Η τοξικότητα αυξάνεται σταδιακά πριν την αναπαραγωγική περίοδο και μειώνεται απότομα με το τέλος της. Οι γονάδες, ιδιαίτερα στα θηλυκά άτομα, παρουσιάζουν τον υψηλότερο βαθμό τοξικότητας συγκρινόμενες με άλλα όργανα. Η τετροδοτοξίνη μπορεί να προκαλέσει θάνατο από μυϊκή παράλυση, αναπνευστική ανεπάρκεια και κατάρρευση του κυκλοφορικού συστήματος. Η κατανάλωση περίπου 25 mg τετροδοτοξίνης μπορεί να σκοτώσει ένα άτομο βάρους 75 κιλών. Η αντίστοιχη ενέσιμη ποσότητα είναι πολύ μικρότερη, περίπου 0,6 mg για το ίδιο άτομο. Μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί αντίδοτο στην τετροδοτοξίνη. Η θεραπεία είναι υποστηρικτική και βασίζεται στα συμπτώματα, για να κρατηθεί ο ασθενής στη ζωή μέχρι να εξασθενίσει η δραστικότητα της τοξίνης.
Ο λαγοκέφαλος είναι ως επί το πλείστον σαρκοφάγος και τρέφεται με κεφαλόποδα (χταπόδια, καλαμάρια και σουπιές), μαλακόστρακα (ιδιαίτερα καβούρια) και ψάρια, ακόμα και μικρότερα άτομα του είδους του. Συγκρινόμενος με άλλα είδη ψαριών δείχνει να είναι σχετικά βραδυκίνητος. Όταν είναι αδρανής φαίνεται να αιωρείται σχεδόν ακίνητος, κινώντας μόνο τα θωρακικά πτερύγια. Παρόλα αυτά είναι ικανός να κινείται με εκπληκτική ταχύτητα όταν νιώθει ότι απειλείται ή όταν κυνηγά. Ο λαγοκέφαλος δείχνει πολλές φορές αρκετά επιθετικό είδος, έτοιμο να αρπάξει οποιοδήποτε δόλωμα του προσφερθεί. Παρόλα αυτά, τουλάχιστον στους μεσογειακούς πληθυσμούς, δεν υπήρξαν επίσημες αναφορές για επιθετική συμπεριφορά απέναντι στον άνθρωπο.
Aπό το leonidion.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου